Συμβολή του Ελληνικού Πανεπιστημίου στην Περιφερειακή Ανάπτυξη μέσω της Καινοτομίας και της Επιχειρηματικότητας των μελών του
Αν. Καθ. Β. Χ. Κελεσίδης, Πολυτεχνείο Κρήτης
Παρουσιάσθηκε σε Ημερίδα του Πολυτεχνείου Κρήτης, 5-Μαϊου, 2008.
Το νέο μοντέλο βιώσιμης Περιφερειακής Ανάπτυξης αναγνωρίζει ότι η παραγωγή και αξιοποίηση της γνώσης είναι από τα σπουδαιότερα χαρακτηριστικά του και τούτο επιτυγχάνεται με την ανάπτυξη και προώθηση της καινοτομίας. Ως καινοτομία, ορίζεται η υιοθεσία, η προσαρμογή και η διάχυση νεωτερισμών και καινοτομιών μέσω επιχειρήσεων και αγορών και είναι από τα βασικά θεμέλια της ανταγωνιστικότητας (Lundvall et al., 2001; Tamaschke, 2002). Η καινοτομία αναγνωρίζεται ως η κυρίαρχη συνιστώσα της ανάπτυξης, της απασχόλησης, ιδιαίτερα της υψηλής εξειδίκευσης και τεχνογνωσίας, της παραγωγικότητας, της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και της συνολικής ευημερίας των περιφερειών και των χωρών. Ως εκ τούτου, η δημιουργία και η υποστήριξη καινοτομιών πρέπει να είναι θεμελιώδους σημασίας για τις εφαρμοζόμενες πολιτικές ανάπτυξης μίας χώρας (OECD, 2001).
Στην κοινωνία της γνώσης, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των Περιφερειών και των επιχειρήσεων βασίζεται στην καινοτομία, η οποία χρειάζεται τρεις παράγοντες για να αναπτυχθεί: κίνητρο (την ύπαρξη μη ικανοποιητικής απόδοσης υπάρχοντος προϊόντος), την ευκαιρία (της ζήτησης ή και της τεχνολογίας) και τα μέσα πραγματοποίησης (την ενόραση για το ποια καινούργια στοιχεία να αποκτήσεις, από ποια πηγή και πώς να τα συνδυάσεις όλα) (Nooteboom, 2000).
Παλαιότερα κυριαρχούσε το ‘ορθόδοξο’ επιστημονικό μοντέλο ανάπτυξης καινοτομιών που περιελάμβανε τα στάδια, επιστημονική ώθηση (science push), έλξη αγοράς (market pull), μοντέλο έρευνας και ανάπτυξης (Langrish et al., 1972). Κυρίαρχη παραδοχή του μοντέλου είναι η γραμμική σχέση βασικής έρευνας, εφαρμοσμένης έρευνας και εμπορικής εφαρμογής (Tamachke, 2002). To συγκεκριμένο όμως μοντέλο είχε από την αρχή συναντήσει αντιρρήσεις και αντιστάσεις καθώς παραβλέπει σημαντικούς παράγοντες που επιδρούν στην διαδικασία της καινοτομίας που αφορούν στο πως οι κύριοι πρωταγωνιστές, τα μέλη της κοινωνίας και οι Οργανισμοί, συμπεριφέρονται στα πλαίσια εφαρμογής του μοντέλου. Αναλύοντας το ανωτέρω από την οπτική γωνία της χώρας μας, θα μας έδιδε καταπληκτικά παραδείγματα αστοχίας του μοντέλου αυτού, από την μη δυνατότητα υλοποίησης καινοτομικών και επιχειρηματικών παρεμβάσεων, έως την …υπονόμευση καινοτομιών, που όλοι γνωρίζουμε και θα περιγραφούν συνοπτικά παρακάτω.
Κυρίαρχος στόχος και ρόλος των Πανεπιστημίων αναγνωρίζεται και πρέπει να είναι η παιδεία και η παροχή υψηλής ποιότητας εκπαίδευσης στους φοιτητές τους. Παράλληλα όμως, πρέπει να υπάρχει και ισόρροπη προσπάθεια για την συνεχή ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, μέσα από την εκπαιδευτική αλλά και την ερευνητική διαδικασία, που θα μπορέσει να διευρύνει τις καινοτομικές διαδικασίες και θα επιτρέψει την ανάπτυξη καινοτομιών και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
Η προώθηση καινοτομιών στην αγορά δεν ήταν ο ιστορικός ρόλος των Πανεπιστημιακών ερευνητών (Leitan et al., 2007), με την έμφασή τους κύρια στην βασική έρευνα. Οι λόγοι για την κατεύθυνση αυτή είναι οι ίδιοι λόγοι που μπορούν να αναφερθούν και σήμερα, και έχουν αναφερθεί και οι προλαλήσαντες αλλά και οι επόμενοι πιστεύω ότι θα θίξουν, ήτοι, η Πανεπιστημιακή έρευνα πρέπει να είναι ανοιχτή, να υπάρχει διαφάνεια, να είναι προσβάσιμη σε όλους, ότι είναι κοινωνικό αγαθό, παράγεται με κοινωνική υποστήριξη, που όλα είναι θεμιτά και αναγνωρίσιμα. Όμως ο στόχος των Πανεπιστημίων δεν πρέπει να είναι η διεξαγωγή της έρευνας για την έρευνα, αλλά, εκτιμώ, όπως και πολλοί ερευνητές, η έρευνα για την ανάπτυξη γνώσης και καινοτομιών που θα συμβάλλουν στην βελτίωση των συνθηκών και της ποιότητας της ζωής των πολιτών.
Συχνά όμως τίθεται το ερώτημα από ερευνητές στις ΗΠΑ και Ευρώπη, για τον ρόλο του Πανεπιστημίου στην έρευνα: εστιάζει μόνο στην έρευνα και αφήνει την ανάπτυξη των καινοτόμων προϊόντων να γίνεται από την βιομηχανία, ή, συνδυάζει και την έρευνα και την ανάπτυξη προϊόντων? (Apple, 2002). Ασχολείται μόνο με την βασική έρευνα ή και με την εφαρμοσμένη και με την ανάπτυξη προϊόντων ? Είναι ένα θεμελιώδες δίλημμα και ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε, εάν θέλουμε να διατυπώσουμε το μοντέλο ανάπτυξης του Πανεπιστημίου για την συμβολή του στην Περιφερειακή Οικονομία.
Στοιχεία για τις ΗΠΑ για το 2000, όπως έχουν αναφερθεί (Coldwell, 2002), δίδουν, 48 δις $ για βασική έρευνα, 55 δις $ για εφαρμοσμένη έρευνα και 162 δις $ για ανάπτυξη, για να έχουμε μία εικόνα τάξης μεγέθους.
Στις ΗΠΑ, η βασική έρευνα χρηματοδοτείται κατά 51% από το κράτος ενώ ένα 22% από τα ίδια τα Πανεπιστήμια, και μόνο ένα 7% από την βιομηχανία (Bremmer, 2002). Οπωσδήποτε αξίζει να αναφερθεί η προσπάθεια του Ιδρύματος μας για την υποστήριξη της βασικής έρευνας (αλλά και για την χρηματοδότηση μετάβασης σε συνέδρια μεταπτυχιακών φοιτητών) , χαμηλά τα ποσά αλλά είναι ίσως τα μόνα που διαθέτει Ελληνικό Πανεπιστήμιο για ίδια χρηματοδότηση. Η προσπάθεια όχι μόνο αξίζει να συνεχισθεί αλλά και να αυξηθεί το ποσό και ο αριθμός των χρηματοδοτουμένων προτάσεων.
Πως όμως η ανάπτυξη της γνώσης στα Πανεπιστήμια και η αξιοποίηση της υποδομής τους μπορούν να περάσουν στην κοινωνία? H αξιοποίηση των αποτελεσμάτων έρευνας και η διάχυση στην κοινωνία γίνεται πρωταρχικά μέσω των δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά, παρουσιάσεων σε συνέδρια, και μέσω άτυπων συναντήσεων, συνομιλιών, συνεργασιών, έναρξη νέων επιχειρήσεων από καθηγητές ή συνεργαζόμενες ομάδες και από συμβουλευτικές υπηρεσίες. Επίσης επιτυγχάνεται και μέσα από ουσιαστικούς μηχανισμούς Μεταφοράς Τεχνολογίας, με θεσμούς όπως τα Γραφεία Διαμεσολάβησης, και από την δημιουργία πατεντών και εμπορευματοποίηση τους Πρόσφατο παράδειγμα, η προώθηση τέτοιων υπηρεσιών του ΕΜΠ μέσω του Γραφείου Διαμεσολάβησης, με ολοσέλιδες ανακοινώσεις (στην Καθημερινή) που έτυχε όμως οξείας κριτικής και από επαγγελματικές οργανώσεις (ΤΕΕ) αλλά και από πολλούς άλλους φορείς. Το ζητούμενο φυσικά είναι ποια η υπηρεσία που προσφέρεις, και εάν δημιουργείς αθέμιτο ανταγωνισμό.
Τα Γραφεία Διαμεσολάβησης, που έχουν στην χώρα μας μία ζωή περίπου δεκαετίας, αλλά είναι μόλις τα τελευταία 2-3 χρόνια αρχίζουν και λειτουργούν με καταξιωμένες υπηρεσίες διαμεσολάβησης, ήτοι προσφορά τεχνολογιών προς την κοινωνία. Ενδιαφέρουσα η πρόσφατη ανάλυση για τα Γραφεία Διαμεσολάβησης στις ΗΠΑ, που ουσιαστικά ξεκίνησαν ενεργά το 1980, μετά από την ψήφιση δύο νόμων, του Bayh-Dole Act & Stevenson-Wydler Technology Innovation Act, που δημιούργησαν ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον για την εμπορευματοποίηση καινοτόμων προϊόντων βασισμένων στην ακαδημαϊκή έρευνα με κρατικά χρήματα.
Ιστορικά να αναφέρουμε ότι το πρώτο Γρ. Διαμεσολάβησης στις ΗΠΑ δημιουργήθηκε στο University of Wisconsin από τον Steenbock H, με την δημιουργία εταιρείας αξιοποίησης της πατέντας ενίσχυσης τροφίμων και ουσιών με βιταμίνη D με ακτινοβολία. Το επέτυχε με την δημιουργία θυγατρικής εταιρείας του Πανεπιστημίου, καθώς το Πανεπιστήμιο δεν θέλησε να εμπλακεί άμεσα και δημιουργήθηκε η εταιρεία Wisconsin Alumni Research Foundation – WARF), to 1924 (Sampat, 2006). Πέρασαν 50 χρόνια έως ότου υπάρξει μία επιταχυνόμενη διαδικασία δημιουργίας Γρ. Διαμ. σε άλλα Πανεπιστήμια, καθώς επιτρεπόταν να δίδονται πατέντες σε καθηγητές Πανεπιστημίων από εθνικά χρηματοδοτούμενες έρευνες μόνο ανάλογα με την περίπτωση, με πολύ γραφειοκρατικές διαδικασίες. Τούτο ίσχυσε έως το 1980, οπότε με την έγκριση του νόμου Bayh-Dole που απέβλεπε στην αποφυγή της γραφειοκρατίας και στην επιτάχυνση της αξιοποίησης των αποτελεσμάτων έρευνας στα Πανεπιστήμια, τυποποιώντας τους κανόνες απόκτησης πατεντών, παρατηρήθηκε αύξηση δημιουργίας Γρ. Διαμ. στα Πανεπιστήμια. Την δεκαετία του 1990 όμως, αρκετά Πανεπιστήμια είδαν τα Γρ. Διαμ. ως νέες πηγές εσόδων και ανέδειξαν την αξιοποίηση αποτελεσμάτων έρευνας ως τον πυρήνα των Πανεπιστημιακών δραστηριοτήτων (Litan et al. 2007).
Τίθεται το ερώτημα πάντα σε τέτοιες τοποθετήσεις, πόσα είναι τα έσοδα των Πανεπιστημίων από αξιοποίηση πατεντών και από τα μερίδια (royalties)? Στις ΗΠΑ, με δεδομένα του 2004, αναφέρεται ότι το 40% των Γρ. Διαμ. έχουν έσοδα λιγότερα από 600.000 $ ετησίως (Thursby and Thursby, 2005) ποσά που δεν αναδεικνύουν το επιστημονικό ταλέντο που υπάρχει στα Πανεπιστήμια (Litan et al., 2007).
Πόσα τα έσοδα από την αξιοποίηση της έρευνας των Πανεπιστημίων? Μελέτες για ΗΠΑ και Καναδά (AUTM, 2002) αναφέρουν κατά μέσο όρο έσοδα ως 2-3 % των επενδύσεων σε έρευνα, με τα καλύτερα Πανεπιστήμια να φέρνουν ένα 4%, οπωσδήποτε μικρή επιστροφή στην επένδυση που γίνεται. Αναγνωρίζεται προφανώς ότι άμεση απόδοση δικαιωμάτων ποτέ δεν θα αποσβέσει την επένδυση σε έρευνα, αλλά είναι τα έμμεσα οφέλη που δίδουν την απόσβεση, και ιδιαίτερα τα οφέλη από την μεταφορά τεχνολογίας και προώθηση καινοτομίας, καθώς βοηθούν στην ανάπτυξη προϊόντων και παροχή υπηρεσιών που ωφελούν τους πολίτες και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής. Ως παραδείγματα βέβαια μπορούμε να αναφέρουμε τα έργα πολλών εργαστηρίων του Πολυτεχνείου Κρήτης υποστήριξης όχι μόνο σε επιχειρήσεις αλλά σε Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας της Περιφέρειας Κρήτης και όχι μόνον.
Υπάρχει προβληματισμός για το πώς μπορούν βέλτιστα να αξιοποιηθούν τα δικαιώματα, μέσω απευθείας λήψης χρημάτων (72% των περιπτώσεων) ή μέσω απόκτησης μεριδίων στην εταιρεία που αξιοποιεί τα αποτελέσματα (17% των περιπτώσεων). Τούτο αναδεικνύει την εστίαση των Γρ. Διαμ. στην γρήγορη απόδοση, αλλά η συμμετοχή με μερίδιο έναντι χρημάτων ίσως είναι η πλέον βέλτιστη, διότι έτσι θα αξιοποιηθούν περισσότερες πατέντες ή καινοτομίες, με μεγαλύτερη επίπτωση στην κοινωνία (Bray and Lee, 2000).
Σήμερα τα Γρ. Διαμ. στις ΗΠΑ κατηγορούνται (Leitan et al., 2007) ότι αντί να βοηθούν στην περιφερειακή ανάπτυξη, είναι σημεία μποτιλιαρίσματος στην διαδικασία αξιοποίησης αποτελεσμάτων έρευνας, διότι εστίασαν περισσότερο στην μεγιστοποίηση κερδών παρά στην μεγιστοποίηση προώθησης αριθμού καινοτομιών στην αγορά, καθώς εκτιμάται ότι το τελευταίο βοηθά περισσότερο την Περιφέρεια.
Αναλογιζόμενοι το τι γίνεται στην Ελλάδα, εκτιμώ ότι δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι συμβαίνει ούτε το πρώτο αλλά ούτε και το δεύτερο. Φταίει η μη εστίαση του προσωπικού στην ανάπτυξη καινοτομιών, φταίει το χαλαρό σύστημα υποστήριξης τέτοιων προσπαθειών, φταίει η μη πίστη στην αξία της επιχειρηματικότητας από ένα μέρος της ακαδημαϊκής, και όχι μόνον, κοινότητας? Καλούμεθα να το απαντήσουμε και να βρούμε τρόπους βελτίωσης. Αλήθεια, πόσες Ευρωπαϊκές πατέντες έχουν απονεμηθεί σε Πανεπιστημιακούς ? Η χώρα μας υστερεί σημαντικά στο τομέα αυτό, με 7.7. πατέντες ανά ένα εκατομμύριο κατοίκους (η Κρήτη έχει 11.7), Σχήμα 1.
Ενδεικτικό επίσης να αναφέρω κατά πόσο αποτιμάται, στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο και δη σε περίπτωση εκλογής ή εξέλιξης μέλους ΔΕΠ, η κατοχή ή και η ανάπτυξη μίας πατέντας σε Ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο, σε σύγκριση με μία δημοσίευση, είτε σε πολύ αξιόλογο περιοδικό, είτε σε ένα συνέδριο ή σε δευτέρας κατηγορίας περιοδικό. Το σκορ θα είναι συντριπτικό υπέρ του δευτέρου και στις δύο περιπτώσεις ! Συνεπώς, φταίει και το κράτος που δίδει ένα στρεβλό σχέδιο και πλαίσιο λειτουργίας (ο πρόσφατος νόμος δεν είναι εξαίρεση, με πάρα πολλά σημεία να χρήζουν άμεσης διόρθωσης), αλλά φταίμε και εμείς, καθώς, ενώ δίδεται η ευκαιρία να αυτονομηθούμε και να πρωτοτυπήσουμε ή να καινοτομήσουμε (π.χ. με την αναγνώριση της πατέντας ως ισοδύναμης π.χ. με 5 ή και 10 επιστημονικές δημοσιεύσεις !) δεν το εφαρμόζουμε. Γιατί ? Μπορούμε να το επιτύχουμε αυτό ?
Όλοι οι επιμέρους δείκτες τεχνολογικής ανάπτυξης, με καθοριστικό τον ρόλο των Πανεπιστημίων, καινοτομικότητας, ψηφιακής σύγκλισης, φαίνεται να χειροτερεύουν με τον χρόνο και αντί για σύγκλιση, βλέπουμε απόκλιση. Όλοι οι περιφερειακοί δείκτες καινοτομίας της Ελλάδας υστερούν σημαντικά των άλλων χωρών (Σχ. 2) ενώ η καινοτομική δραστηριότητα αποτιμάται ως συγκλίνουσα, αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς (Σχ. 3). Πρόσφατα τα στοιχεία από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, WEF, κατατάσσουν την Ελλάδα στην 56η θέση το 2008 έναντι της 48ης θέσης το 2007, αν και έχουν εγερθεί ενστάσεις από την Ειδική Γραμματεία Ψηφιακού Σχεδιασμού του Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών ως προς την χρονική καταλληλότητα των στοιχείων που έχουν χρησιμοποιηθεί (Δελτίο, 2008). Ενώ στην συνολική ανταγωνιστικότητα, πάλι από το WEF, ..κατρακυλάμε, και από την 61η θέση το 2006-2007, πήγαμε στην 65η θέση το 2007-2008 (WEF, 2008). Ποιοι φταίνε για την κατάσταση αυτή ? Πόσο μεγάλη ή μικρή είναι η συμμετοχή των Πανεπιστημίων ? Η σημαντικά μειωμένη χρηματοδότηση της έρευνας (στο 0.5% του ΑΕΠ – με υποσχέσεις για 1.5% για το 2013), η υποχρηματοδότηση των λειτουργιών του Πανεπιστημίου, η μη αυτοτέλεια τους, είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες. Όμως, θέτω το ερώτημα, αξιοποιούμε έστω στο 80% αυτά τα οποία, έστω και ..ψίχουλα, μας δίδει το κράτος ? Ή έχουμε οχυρωθεί πίσω από το 1.5% για την έρευνα και περιμένουμε να έρθει ? Πόση σπατάλη γίνεται από όλους μας? Ας αναρωτηθούμε πόσοι εκτυπωτές υπάρχουν σε κάθε εργαστήριο, αλλά και πόσα φωτοτυπικά υπάρχουν ανά τμήμα!
Πως θα προωθήσουμε την έρευνα και την ανάπτυξη καινοτομιών, εντός και εκτός των Πανεπιστημίων, για να βελτιώσουμε όχι μόνο τους δείκτες αλλά ουσιαστικά την ποιότητα ζωής μας, όταν υπάρχουν φανερές και κρυφές αγκυλώσεις, εντός και εκτός Πανεπιστημίου? Πρόσφατο παράδειγμα ο νέος νόμος για την έρευνα, που θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός, αλλά εκτιμώ, όπως και πολλοί φορείς, για παράδειγμα το ΤΕΕ ΚΜ (Εν. Δελτίο 2486, 5/5/08, σελ. 13), το βήμα έχει μείνει μετέωρο. Για ποιους λόγους? Η πρόθεση για ρύθμιση και ταξινόμηση όλων των βασικών θεμάτων για την έρευνα και τεχνολογία δεν υλοποιήθηκε καθώς, για παράδειγμα, δεν καλύπτεται η έρευνα που διεξάγεται στα Πανεπιστήμια, αλλά ούτε και το τμήμα της αξιοποίησης των αποτελεσμάτων έρευνας, με καμία αναφορά στα Επιστημονικά και Τεχνολογικά Πάρκα, στους Τεχνοβλαστούς, στα Γραφεία Διαμεσολάβησης, κλπ. Ταυτόχρονα, δημιουργείται ένα εξαιρετικά δύστροπο γραφειοκρατικό σύστημα, με την παράλληλη, ουσιαστική, κατάργηση της ΓΓΕΤ. Διαβάζοντας τα ονόματα της Επιτροπής ‘Σοφών’, 13 καθηγητές ΑΕΙ, που κατέθεσε το α΄ σχέδιο νόμου, δεν μπορεί κανείς παρά να αναμένει κάτι πολύ καλύτερο από τον τελικό νόμο. Που ‘ξεστράτισε’ η προσπάθεια ?
Οπωσδήποτε το νομοσχέδιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές, του Υπ. Παιδείας, που έχει κατατεθεί για διαβούλευση, προσπαθεί να καλύψει την έρευνα στα Πανεπιστήμια και με τις ρυθμίσεις για τα Ερευνητικά Ινστιτούτα, όμως αυτό δημιουργεί δύο κατηγορίες ερευνητών, ενώ η έρευνα θα έπρεπε να διέπεται από ενιαίους κανόνες.
Το μοντέλο που θα μπορούσε να ισχύσει, και ήδη προτείνεται σε ΗΠΑ είναι η έμφαση στον όγκο των καινοτομιών προς αξιοποίηση και όχι τόσο στο εισόδημα, διότι έτσι αναδεικνύεται περισσότερο ο κοινωνικός ρόλος της έρευνας και επιταχύνεται ο ρυθμός προώθησης στην αγορά όλων των καινοτομιών που αναπτύσσονται και όχι μόνο εκείνες που φαίνεται ότι μπορούν να αποδώσουν επιχειρηματικά. Τούτο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, προώθηση ανοιχτών συνεργασιών, δικαιώματα δημιουργού (copyright), μη αποκλειστική διάθεση, και εστίαση στην ανάπτυξη δικτύων για φοιτητές και καθηγητές, π.χ. Φυτώριο Ιδεών που υλοποιείται από τα Ιδρύματα της Κρήτης, έτσι ώστε να αξιοποιηθούν όλες οι αναπτυσσόμενες καινοτομίες. Για παράδειγμα, όλα τα πρωτότυπα που αναπτύχθηκαν μέσω του Φυτωρίου Ιδεών θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ακόμη καλύτερα, μέσω του Γραφείου Διαμεσολάβησης ή ενός Κέντρου Καινοτομίας ή μίας Θερμοκοιτίδας.
Ενώ συνεπώς στις ΗΠΑ αναζητούν ένα καλύτερο μοντέλο μεταφοράς τεχνολογίας και διεύρυνσης του συστήματος καινοτομίας των Πανεπιστημίων με νέες μορφές όπως αποκέντρωση, συμμετοχή ερευνητών, δημιουργία Ινστιτούτων επιφορτισμένων με την αξιοποίηση (Litan et al., 2007), δηλαδή μιλάνε για πλήρη μετασχηματισμό του συστήματος μεταφοράς τεχνολογίας μετά από έντονη δραστηριοποίηση τα τελευταία 30 χρόνια, στην Ελλάδα ακόμη ψάχνουμε να βρούμε τον δρόμο για τον ρόλο του Γραφείου Διαμεσολάβησης και συζητάμε αν θα πρέπει η αν μπορεί μέλος ΔΕΠ να συμμετέχει σε εταιρεία αξιοποίησης έρευνας που έχει καθοδηγήσει ο ίδιος.
Παγκόσμια αναπτύσσεται η τάση για την αύξηση του ρόλου των Πανεπιστημίων στο να ‘περιθάλπει’ και να υποστηρίζει την έναρξη νέων επιχειρήσεων – τεχνοβλαστών. Οι Τεχνοβλαστοί που δημιουργούνται στα Πανεπιστήμια είναι λίγοι σε αριθμό αλλά με πάρα πολύ καλές επιδόσεις. Το νέο μοντέλο ανάπτυξης θα μπορούσε να εστιάσει, ιδιαίτερα για μία Περιφέρεια όπως η Κρήτη, στην ενδογενή ανάπτυξη, με την δημιουργία Τεχνοβλαστών, υποστήριξη στην λειτουργία τους, την λειτουργία στη Θερμοκοιτίδα και με την αύξηση τους , στο Τεχνολογικό Πάρκο, παρέχοντας έτσι ένα πλέγμα επιχειρήσεων δημιουργικής και υψηλής εξειδίκευσης απασχόλησης που θα μπορέσει να συγκρατήσει τους αποφοίτους των Ιδρυμάτων στην περιφέρεια. Για παράδειγμα, πάλι από ΗΠΑ, έρευνα του AUTM (2002) για την περίοδο 1980-2000 έδειξε την δημιουργία 3376 Τεχνοβλαστών από Πανεπιστήμια, από τους οποίους, το 68% ήταν σε λειτουργία το 2001. Από το σύνολο των Τεχνοβλαστών, το 8% μπήκε στο χρηματιστήριο, 114 φορές περισσότερες απ’ ότι για κανονικές επιχειρήσεις (Goldfarbt & Henrikson, 2003).
Στοιχεία του 2000 για δημιουργία νέων επιχειρήσεων από Πανεπιστήμια (Waldkirch, 2000), δίδονται στο παρακάτω πίνακα:
Μέρος 1996 1997 1998 1999
Technopark Zurich / Technical University 6 10 11 16
MIT 6 17 19 ?
John Hopkins 3 3 5 ?
Stanford 14 15 9 ?
To 2000 to Technopark είχε 190 εταιρείες, σήμερα έχει 250 εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, παρόχους υπηρεσιών, Ινστιτούτα ερευνών, που απασχολούν 1750 εργαζόμενους. Φυσικά όλα αυτά απαιτούν χρόνο, αλλά σωστό είναι να αναλογισθεί κάποιος ότι το 1990 δεν υπήρχε τίποτε (Waldkirch, 2000 & de Senarclens, 2003). Επίσης πρέπει να αναλογισθούμε ότι το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την αξιοποίηση της έρευνας είναι ένας ελάχιστος χρόνος 4 ετών (Markman et al., 2005a). Απαιτείται προσπάθεια, πίστη στο αποτέλεσμα, κύρια διότι είναι αποδοτικό, με οφέλη για όλους, και κύρια για την κοινωνία και την Περιφέρεια. Μία από τις σημαντικότερες θετικές επιπτώσεις είναι η διατήρηση ικανών στελεχών που έχουν εκπαιδευθεί στο Ίδρυμα αλλά παραμένουν διότι υπάρχει δυνατότητα απασχόλησης, υψηλής εξειδίκευσης, σε εταιρείες – τεχνοβλαστούς, δικές τους ή συμφοιτητών τους.
Ένα Πανεπιστήμιο όπου τα μέλη του λειτουργούν σε ένα περιβάλλον έντονης δραστηριότητας αξιοποίησης αποτελεσμάτων, είναι φυσικό να σκέφτονται, άλλοι λίγο, άλλοι πολύ, την αξιοποίηση. Η κουλτούρα της αποδοχής επιχειρηματικών δραστηριοτήτων χτίζεται από κάτω και το Ίδρυμα πρέπει να επιβραβεύει τέτοιες προσπάθειες. Τρανό παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο του Cambridge, όπου υπήρχε η δυνατότητα μέλη ΔΕΠ να πάρουν άδεια έως 2 έτη, άνευ αποδοχών, για να προωθήσουν την υπό εκκόλαψη επιχείρηση τους, και εάν δεν επετύγχαναν, επέστρεφαν στο Ίδρυμα, οπωσδήποτε ‘πλουσιότεροι’ σε εμπειρίες, με σημαντικά οφέλη για το Ίδρυμα αλλά πρώτιστα για τους φοιτητές τους. Τέτοιες πολιτικές φυσικά οδήγησαν στο Φαινόμενο Cambridge (Quince, 1985; Κελεσίδης, 2000).
Το ερώτημα βέβαια που τίθεται είναι γιατί δεν είχαμε τα σημαντικά αποτελέσματα που παρουσιάζονται σε άλλες χώρες, με τα έως σήμερα πειράματα, και αναφέρομαι κύρια στις 4 πρώτες Θερμοκοιτίδες της Ελλάδας. Εκτιμώ ότι κύριο πρόβλημα ήταν οι αγκυλώσεις που ανέφερα και στο γεγονός ότι λίγοι πίστεψαν στην ιδέα αυτή. Είναι όμως θέμα άλλης εισήγησης, που σύντομα θα παρουσιάσω, αλλά είναι διαθέσιμη για όποιον επιθυμεί.
Ένα ακόμη επιτυχημένο μοντέλο μεταφοράς τεχνολογίας και αλληλεπίδρασης Πανεπιστημίων και επιχειρήσεων (φυσικά μεγάλων, αλλά υπάρχουν και μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα και καλό θα ήταν να μιμηθούν τέτοιες ενέργειες) τα δύο παραδείγματα από Microsoft Research, το ερευνητικό τμήμα της Microsoft, που βασίζονται στην επένδυση στις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς η επιτυχημένη μεταφορά τεχνολογίας στηρίζεται στους ανθρώπους και είναι α) πρόσκληση και παραμονή 100 μελών ΔΕΠ στις εγκαταστάσεις της εταιρείας για ένα καλοκαίρι, δουλεύοντας με στελέχη της εταιρείας σε ‘προγράμματα με αβέβαιο τέλος’ και β) την ετήσια συνάντηση καθηγητών, με την συμμετοχή 300 μελών ΔΕΠ από όλο τον κόσμο στις εγκαταστάσεις της εταιρείας με συνεπακόλουθη την αμοιβαία ανταλλαγή. Θα ήταν σκόπιμο να αναφέρω εδώ την πρόσφατη ανακοίνωση για την δημιουργία Κέντρου Καινοτομίας της Microsoft στην Αθήνα (28-1-2008), με την παρουσία του κ. Πρωθυπουργού, που όμως πέρασε στα πολύ ‘ψιλά’ των ειδήσεων και των συζητήσεων της Ελληνικής κοινωνίας. Αλήθεια, πόσοι εξ’ ημών το γνωρίζουν ? Γιατί αυτή η καχυποψία σε ένα γεγονός που πιστεύω ότι θα είναι χρήσιμο για την χώρα μας ? Απ’ ότι ενθυμούμαι, τουλάχιστον είναι υπερδεκαετείς οι προσπάθειες για υλοποίηση ανάλογου εγχειρήματος.
Σημαντικός τρόπος μεταφοράς τεχνολογίας είναι η αλληλεπίδραση μελών του Πανεπιστημίου με τους μαθητές και εκπαιδευτικούς λειτουργούς της ευρύτερης περιοχής, τα Δημοτικά, τα Γυμνάσια και τα Λύκεια. Οπωσδήποτε, στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου, η αλληλεπίδραση, παρά του ότι θα είναι πολύ ουσιαστική, υλοποιείται δύσκολα, λόγω των γνωστών αντιξοοτήτων που προκύπτουν από την προετοιμασία των μαθητών για τις Πανελλήνιες εξετάσεις. Γίνονται φιλότιμες προσπάθειες από το γραφείο δημοσίων σχέσεων για οργάνωση επισκέψεων μαθητών στα εργαστήρια, αλλά νομίζω πρέπει τα μέλη ΔΕΠ να επισκεπτόμαστε συνέχεια τους χώρους της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με την δημιουργία κατάλληλων πειραμάτων και επίδειξη τεχνολογιών και προϊόντων της έρευνας μας, να προσπαθήσουμε ώστε να φέρουμε τα παιδιά πιο κοντά όχι μόνο στην επιστήμη και την μηχανική αλλά και στα αποτελέσματα της δικής μας έρευνας, αξιολογώντας την και παρουσιάζοντας τα όποια οφέλη προς την κοινωνία. Εκτιμώ ότι πρέπει να είναι ένας στρατηγικός στόχος για κάθε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα και αυτή η μεταφορά τεχνολογίας θα έχει τα πλέον θεαματικά αποτελέσματα σε ένα βάθος χρόνου.
Που οδηγούμεθα όμως στο μέλλον στα θέματα επιχειρηματικότητας και προώθησης καινοτομίας μέσω των Πανεπιστημίων? Ομάδα ειδικών επιφορτίσθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EU, 2008) και εξέδωσε έκθεση με αρκετές ενδιαφέρουσες προτάσεις που περιλαμβάνουν:
α) την δημιουργία στα Πανεπιστήμια πιο φιλικού περιβάλλοντος για ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων. Σημαντικός ο ρόλος της παρεχόμενης εκπαίδευσης για την επίτευξη του στόχου αυτού, ιδιαίτερα από Τεχνολογικά Ιδρύματα όπως το δικό μας, όπου μπορούν να αναδειχθούν ή να συλληφθούν πολλές εμπορικά αξιοποιήσιμες ιδέες. β) Διατυπώνεται έλλειψη ικανού αριθμού μελών ΔΕΠ για διδασκαλία της επιχειρηματικότητας (εδώ να αναφέρουμε την Ελληνική πραγματικότητα με την έλλειψη υποστήριξης ή ακόμη και απαγόρευσης γ) προτείνεται η δημιουργία Θερμοκοιτίδας για την ανάπτυξη των νέων επιχειρήσεων, ή αν υπάρχει πλησίον, την δημιουργία δεσμών με τους φοιτητές μέσα από ένα πλέγμα δραστηριοτήτων που θα οργανωθεί από το Πανεπιστήμιο. δ) διαπιστώνεται η ύπαρξη μηχανισμών μεταφοράς τεχνολογίας στα περισσότερα εκπαιδευτικά συστήματα της Ευρώπης των 25, χωρίς να αναφέρει σε ποια δεν υπάρχουν. ε) Αναδεικνύεται ως βασικότερο πρόβλημα η κατανομή των πνευματικών δικαιωμάτων των καινοτομιών, αλλά αναφέρεται και η διάσταση απόψεων πολλών καθηγητών που θεωρούν τους εαυτούς τους δημόσιους λειτουργούς, ενώ ορισμένες χώρες (ποιες ? δεν αναφέρονται) αποτρέπουν την συμμετοχή καθηγητών στην αξιοποίηση δικών τους αποτελεσμάτων. στ) προτείνεται η δημιουργία χρηματοδοτικών σχημάτων για υποστήριξη τέτοιων προσπαθειών, αλλά και περαιτέρω ανάπτυξη των πιθανών επιχειρήσεων. ζ) Στην έκθεση αναφέρονται παρόμοια παραδείγματα με το Φυτώριο Ιδεών, όπως το πρόγραμμα EXIST στην Γερμανία και το πρόγραμμα INNOVA στην Ισπανία, που έχει ήδη δημιουργήσει 197 νέες επιχειρήσεις. η) Προτείνουν την δημιουργία Περιφερειακών Επιχειρηματικών Κέντρων, που θα μπορούσε να είναι τμήματα ενός Κέντρου Καινοτομίας ή ενός Περιφερειακού Πόλου Καινοτομίας, που θα συντόνιζε και οργάνωνε όλες τις δράσεις ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Σκόπιμο να αναφέρουμε εδώ ότι Περιφερειακά συστήματα καινοτομίας αναδείχθηκαν την δεκαετία του 1990 με την αναγνώριση ότι σε τουλάχιστον 20 χώρες το σημαντικότερο τμήμα καινοτομικής ανάπτυξης παρουσιάζεται σε λίγες περιφέρειες (π.χ. Silicon Valley, Cambridge, Baden-Wurttemberg, North Italy, European Commission, 2002). Φυσικά, η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης ανέδειξε περαιτέρω τον ρόλο των Περιφερειών σε σχέση με την χώρα. Ακολουθώντας, έστω και αργά η χώρα μας τον δρόμο αυτό, ενεργοποίησε και υλοποιεί πέντε έργα για την ανάδειξη και δημιουργία Περιφερειακών Πόλων Καινοτομίας, ένας των οποίων λειτουργεί και στην Κρήτη, με ουσιαστική συμμετοχή και συμβολή του Πολυτεχνείου Κρήτης.
Ολοκληρώνοντας και συνοψίζοντας, μπορώ να πω ότι ζούμε στον ‘κόσμο’ μας και θα έλεγα στην μιζέρια μας, και διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλο, και ο καθένας από εμάς μπορεί να διαφωνήσει ή να συμφωνήσει με αυτά, και επίσης να ορίσει ποίος είναι ο κώνωψ και ποία η κάμηλος. Πρέπει να ξεφύγουμε από τις πολύ σοβαρές αγκυλώσεις και να δούμε το μέλλον με αισιοδοξία, να κοιτάξουμε τι γίνεται γύρω μας, σε όλη τη γη, και να βοηθήσουμε να φτιαχτεί το δικό μας μέλλον αλλά πρώτιστα το μέλλον των παιδιών μας.
Έχουν γίνει αρκετά στα τελευταία χρόνια στους τομείς αυτούς, της βελτίωσης των μηχανισμών μεταφοράς τεχνολογίας, στην προώθηση της καινοτομίας και στην ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και ιδιαίτερα στο Πολυτεχνείο Κρήτης. Θα αναφερθώ στο Φυτώριο Ιδεών, που εκτιμώ ότι έχει καταξιωθεί πλέον ως ένα εργαλείο σημαντικό για την ανάπτυξη της ευρηματικότητας και της επιχειρηματικότητας των φοιτητών μας, στην εκ νέου ενεργοποίηση και δραστηριοποίηση του Γραφείου Διαμεσολάβησης αλλά και την ενεργοποίηση συναδέλφων στους τομείς αυτούς, στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων επιχειρηματικότητας από το Γραφείο Διασύνδεσης, αλλά και από τον ΕΛΚΕ με την πρόσκληση για διαγωνισμό επιχειρηματικής ιδέας, μία δράση που υπάρχει σε άλλα Πανεπιστήμια αλλά όχι σε Ιδρύματα της Κρήτης. Ο δρόμος που είχαμε να καλύψουμε όμως ήταν πολύ μεγάλος και απαιτείται συνεπώς εντατικοποίηση των προσπαθειών. Το τι πρέπει να γίνει έχει αναπτυχθεί παραπάνω εκτενώς.
Για την δική μας περιοχή, πιστεύω ότι η συμβολή του Πολυτεχνείου Κρήτης είναι μέσω της ενδογενούς ανάπτυξης με τα εργαλεία και τους τρόπους που ανέφερα παραπάνω. Η σύλληψη της ιδέας για ένα Τεχνολογικό Πάρκο στην Ελλάδα έγινε εδώ στα Χανιά στους χώρους του Πολυτεχνείου Κρήτης, με υπάρχουσα χωροθέτηση στους χώρους του Ιδρύματος, πριν καν δημιουργηθούν σε άλλες τοποθεσίες (Ηράκλειο, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Πάτρα). Ατυχείς συγκυρίες και ίσως η μη ύπαρξη κρίσιμης μάζας, αλλά και άλλες σκοπιμότητες, δεν επέτρεψαν την υλοποίηση της ιδέας αυτής. Ατυχώς, ακόμη και σήμερα, είμαστε στο επίπεδο της ιδέας, με την ύπαρξη ορισμένων μελετών, που πρέπει όμως να επικαιροποιηθούν. Πρέπει τάχιστα να παρθούν οι πολιτικές αποφάσεις από τα όργανα του Ιδρύματος για την στρατηγική ανάπτυξη Κέντρου Καινοτομίας και Τεχνολογικού Πάρκου (ή Θερμοκοιτίδας) από το Πολυτεχνείο Κρήτης, για να δοθεί ώθηση στην βιώσιμη ανάπτυξη της Περιφέρειας Κρήτης.
Ας δούμε την βιώσιμη ανάπτυξη της Περιφέρειας και της χώρας μας με όρους ανάπτυξης και προώθησης καινοτομίας και ανάπτυξης επιχειρηματικότητας, είναι υγιές, και ας βοηθήσουμε να στραφεί μέρος των δραστηριοτήτων του Πανεπιστημίου και προς αυτή την κατεύθυνση.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
M. Apple, 2002. In: Innovation In America: University R&D, USA Department Of Commerce Technology Administration, Roundtable Discussion, Tuesday, June 11, 2002. Washington, D.C., Samuel W. Bodman, Deputy Secretary, U.S. Department Of Commerce, Presiding.
Association of University Technology Managers, 2002. AUTM Licensing Survey: FY 2001. Northbrook, IL.
Bray, Michael J. and James N. Lee, 2000. University Revenues from Technology Transfer: Licensing Fees Vs. Equity Positions." Journal of Business Venturing 15, no. 5-6, 385-392.
H.Bremmer, 2002. In: Innovation In America: University R&D
R. Coldwell, 2002. In: Innovation In America: University R&D, USA
European Commission Observatory of European SMEs. 2002. Regional clusters in Europe. Brussels: Enterprise Publications.
European Commission 2008. Best procedure project: “entrepreneurship in higher education, especially in non-business studies” Final report of the expert group, May 2008, European Commission,
http://ec.europa.eu/enterprise/entrepreneurship/support_measures/training_education/index.htm
Goldfarb, Brent and Magnus Henrekson, 2003. "Bottom-Up Versus Top-Down Policies
Towards the Commercialization of University Intellectual Property." Research Policy 32, no. 4 639-658.
B Johansson, Charlie Karlsson and Mikaela Backman, 2007. Innovation Policy Instruments, Electronic Working Paper Series, Paper No.105, Dec. Jel-codes: F 00, N 24
Klomp, L & T. Roelandt, 2004. Innovation performance and innovation policy: the case of the netherlands, De Economist, Vol.152, No.3, 365-374.
Lundvall, Bengt-Ake, Björn Johnson, Esben Sloth Andersen, & Bent Dalum. 2001. ‘National systems of production, innovation, and competence building’. DRUID's Nelson and Winter Conference Aalborg, 12-15 June. [www. business.auc.dk/evolution/esapapers/esa01/RPike.pdf]. Accessed 10 June 2002
Langrish, J, M Gibbons, W Evans, & F Jevons. 1972. Wealth from knowledge: a study of innovation in industry. London: MacMillan.
Markman, Gideon D., Peter T. Gianiodis, Phillip H. Phan, and David B. Balkin. 2005. "Innovation Speed: Transferring University Technology to Market." Research Policy 34, no. 7, 1058-1075.
National Science Foundation. Science and Engineering Indicators 2006. http://www.nsf.gov/statistics/seind06/toc.htm. Accessed February 2007.
Nooteboom, Bart. 2000a ‘Managing exploitation and exploration’. Paper for the workshop on cognitive economics Alessandria 15-18 November.
OECD. 2001. Innovative networks: cooperation in national innovation systems. Paris: OECD.
S Quince & Partners, 1985. The Cambridge Phenomenon: The Growth of High Technology Industry in a University Town
Robert E. Litan, Lesa Mitchell, E.J. Reedy, Working Paper, , May 2007, Commercializing university innovations: alternative approaches. Electronic copy available at: http://ssrn.com/abstract=976005
Sampat, Bhaven N, 2006. "Patenting and US Academic Research in the 20th Century: The World before and After Bayh-Dole." Research Policy 35, no. 6, 772-789.
M. de-Senarclens, 2003. TECHNOPARK® Zürich - The First Decade: A Success Story
CHIMIA International Journal for Chemistry, Volume 57, Number 6, pp. 311-314(4)
Steenbock, H, 1924. The induction of growth promoting and calcifying properties in a ration by exposure to light. Science 60:224-225.
L. Tamaschke, 2003. The Role of Social Capital in Regional Technological Innovation: Seeing both the wood and the trees. Pages: 241 – 264, Publisher Kluwer, B.V. Deventer, The Netherlands, The Netherlands
Thursby, Jerry G., Richard Jensen, and Marie C. Thursby, 2001. "Objectives, Characteristics and Outcomes of University Licensing: A Survey of Major U.S. Universities." The Journal of Technology Transfer 26, no. 1 59-72.
Thursby, Jerry G. and Marie C. Thursby, 2005. Faculty Patent Activity and Assignment Patterns. Kansas City, MO: Ewing Marion Kauffman Foundation.
T. von Waldkirch, 2000. Fostering an entrepreneurial culture in universities, , Director, Foundation Technopark, Zurich, in XVII IASP Conference, 11-13 July, Edinburgh
World Economic Forum, 2001.
http://www.weforum.org/en/initiatives/gcp/Global%20Competitiveness%20Report/index.htm, πρόσβαση.13-5-2008.
Δελτίο Τύπου, Απρίλιος 2008. Ειδική Γραμματεία Ψηφιακού Σχεδιασμού.
Κελεσίδης Β.Χ. 2000. Έκθεση επίσκεψης στο Cambridge Science Park.
Σχήμα 1.
Σχήμα 2.
Σχήμα 3.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου